Εκθέση Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Ἀμμοχώστου
Προέδρου τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως
1. Ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου, τῆς Γραμματείας καὶ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, καλωσορίζω ὅλους ἐσᾶς στὴ συνάντηση αὐτὴ τῆς Ὁλομελείας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν προηγούμενη συνάντηση τῆς Kuala Lumpur τῆς Μαλαισίας τὸ 2005. Ἐκφράζω, συγχρόνως, τὴν ἱκανοποίησή μου γιὰ τὴ συμμετοχή σας ὡς μελῶν τῆς Ὁλομελείας τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, γεγονὸς ποὺ φανερώνει τὸ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴ δέσμευση τῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ ἐκπροσωπεῖτε, ἀφ’ ἑνὸς μὲν γιὰ τὸ ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ γιὰ τὸν ἀπὸ κοινοῦ ἐπιδιωκόμενο σκοπὸ τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν, πρῶτο καὶ ὕψιστο στόχο τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστεως καὶ Τάξεως. Ὑπογραμμίζω τὸ γεγονὸς ὅτι περίπου τὸ 80% τῶν μελῶν τῆς Ὁλομελείας γιὰ πρώτη φορὰ μετέχουν στὸ σῶμα αὐτὸ καὶ εὔχομαι αὐτὸ νὰ ἀποβεῖ δημιουργικὸ καὶ παραγωγικὸ μὲ νέες σκέψεις καὶ προοπτικὲς γιὰ τὴν Πίστη καὶ Τάξη.
2. Ἐπιπρόσθετα ἀπὸ τὶς εὐχαριστίες ποὺ ἐξέφρασα χθὲς στὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ πρὸς ὅλες τὶς Ἐκκλησιαστικὲς καὶ Πολιτικὲς ἀρχές τοῦ τόπου καὶ τοὺς διάφορους ὀργανισμούς, ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους βοήθησαν ἢ πρόσφεραν στὴ διοργάνωση τῆς συνάντησης τῆς Ὁλομελείας αὐτῆς, εὐχαριστῶ ἐξ ἴσου τὰ μέλη τῆς Διαρκοῦς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν ἀγαστὴ συνεργασία ποὺ εἴχαμε ἀπὸ τὴν ἐκλογή μας ἀπὸ τὴν τελευταία Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στὸ Porto Alegre τῆς Βραζιλίας μέχρι καὶ σήμερα, γιὰ τὴν ἀφοσίωσή τους στὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἔχει παραχθεῖ μέχρι τώρα εἴτε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ Διαρκῆ Ἐπιτροπὴ εἴτε ἀπὸ τὶς Ὑποεπιτροπές, τῶν ὁποίων τὸ ἔργο θὰ συζητηθεῖ κατὰ τὴν παροῦσα συνάντησή μας. Θὰ ἦταν παράλειψή μου, βεβαίως, ἂν δὲν εὐχαριστοῦσα τὸ Διευθυντὴ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, αἰδεσιμολογιώτατο καθηγητὴ κ. John Gibeau, ὁ ὁποῖος πρὸ διετίας περίπου ἀνέλαβε τὴ θέση αὐτή. Τὸν καλωσορίζουμε στὴν οἰκογένεια τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως καὶ τοῦ εὐχόμεθα ἐπιτυχία στὸ ἔργο του. Εὐχαριστοῦμε ἐπίσης καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐπιτελείου, πού, μὲ τὴν ἐμπειρία τους καὶ τὴ θεολογική τους κατάρτιση ἐνισχύουν τὸ ἔργο τῶν θεολογικῶν μελετῶν.
3. Τέλος, ἀλλὰ ὄχι ἔσχατη, εὐχαριστῶ τὴν Ἐπιτροπὴ Προγραμματισμοῦ τῆς συνελεύσεως τῆς Ὁλομελείας ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Δρος Καθηγητῆ Σασίμων Γενναδίου, ποὺ ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο προετοιμασίας, μὲ στόχο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ὁμαλὴ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ὁλομελείας, ἀφ’ ἑτέρου δέ, μὲ τὴ θεματολογία καὶ τὸ μεταξύ μας διάλογο νὰ δημιουργηθεῖ μία νέα δυναμικὴ γιὰ τὴν Πίστη καὶ Τάξη ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς προσδοκίες τῶν Ἐκκλησιῶν μελῶν καὶ στὶς σύγχρονες καταστάσεις τῶν κοινωνιῶν. Στὰ πλαίσια αὐτά, εὐχαριστοῦμε, βεβαίως καὶ τοὺς ὁμιλητές, οἱ ὁποῖοι πρόθυμα ἀποδέχθηκαν τὴν πρότασή μας νὰ ἀναπτύξουν τὰ θέματα ποὺ τοὺς δόθηκαν, γιατί ἀγαποῦν τὸ ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς μας, ὅπως ἐπίσης καὶ τοὺς προέδρους τῶν συνεδριῶν τῆς Ὁλομελείας καὶ τῶν Ὁμάδων Ἐργασίας.
Πίστις καὶ Τάξις: Πρὸς ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐλπίδες καὶ Πραγματικότητα
4. Ἔπειτα ἀπὸ τὶς εὐχαριστίες ποὺ καθηκόντως ἐξέφρασα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς Προέδρου τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, καὶ πάλιν, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου αὐτὴ θὰ ἀναπτύξω ὁρισμένες σκέψεις γιὰ τὴ γενικότερη προσφορὰ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως στὸ θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο κλήθηκε νὰ συμβάλει, αὐτὸ τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖο θὰ ἀπασχολήσει καὶ τὴ δική μας συνέλευση τῆς Ὁλομελείας μὲ τὸ θέμα: «Κεκλημένοι εἰς μίαν Ἐκκλησίαν». Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ σύγχρονη Οἰκουμενικὴ Κίνηση ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα ὀργανώθηκε σὲ τρεῖς τομεῖς: τὸν τομέα «Ζωῆς καὶ Ἐργασίας», τὸν τομέα Ἱεραποστολῆς καὶ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τὸν τομέα Πίστεως καὶ Τάξεως. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κατάφερε νὰ ὁδηγήσει τὶς Ἐκκλησίες ἔξω ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση καὶ νὰ τὶς θέσει σὲ τροχιὰ διαλόγου. Τὸ γεγονὸς αὐτό, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε, ἄλλαξε τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς τῶν Ἐκκλησιῶν, γιατί πλέον ἡ ἔννοια καὶ ἡ πράξη τοῦ διαλόγου ἔγινε οὐσιαστικὴ στὴ σχέση τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἄλλη ἢ καὶ ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν μεταξύ τους. Ἐκτός, λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν τὸ 1948, ἕνα ἄλλο σημαντικὸ βῆμα ἦταν ἡ ἔναρξη εἴτε τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων εἴτε τῶν πολυμερῶν στὰ πλαίσια τῶν ἱστορικῶν αὐτῶν κινημάτων τῆς Ἱεραποστολῆς καὶ Εὐαγγελισμοῦ, κατὰ κύριο δὲ λόγο ὑπὸ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως. Σ’ αὐτὰ τὰ πλαίσια πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ καὶ ἡ ἵδρυση τῶν διαφόρων περιφερειακῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων.
5. Εἰδικότερα γιὰ τὴν Πίστη καὶ Τάξη, ἡ συμβολή της δύναται νὰ συστηματοποιηθεῖ στοὺς ἀκόλουθους τομεῖς, στοὺς ὁποίους θὰ κάνουμε σύντομη ἀναφορά.
α) Παγκόσμιες Διασκέψεις τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως.
β) Συνεργασία μὲ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν.
γ) Θεολογικὲς μελέτες καὶ δημοσιεύσεις κειμένων ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπή.
6. Κρίνω ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευση τῆς Ὁλομελείας τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως εἶναι σημαντικὴ γιὰ πολλοὺς καὶ ποικίλους λόγους. Ἡ Ἐπιτροπή, ἀπὸ τὴν πρώτη οὐσιαστικὰ συνάντησή της στὴ Λωζάννη τὸ 1927, συμπλήρωσε περισσότερα ἀπὸ ὀγδόντα χρόνια ζωῆς καὶ σημαντικῆς δραστηριότητας, τὰ δὲ ἀποτελέσματα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου ἔτυχαν εὐμενοῦς ἀναγνωρίσεως ἀπὸ ὅλους. Ἔχω πεῖ κατ’ ἐπανάληψη πώς, στὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας της, ἡ Πίστις καὶ Τάξις ἀποτελοῦσε ἕνα ἰσχυρὸ κίνημα, ποὺ πήγαζε κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες, μὲ μοναδικὸ καὶ ὕψιστο στόχο τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν. Τὰ δύο ἀντίστοιχα καὶ παράλληλα κινήματα, ἐκεῖνο τῆς Ἱεραποστολῆς καὶ Εὐαγγελισμοῦ, ποὺ συμπληρώνει ἑκατὸ χρόνια ζωῆς ἀπὸ τὴν πρώτη συνάντησή της στὸ Ἐδιμβοῦργο τὸ 1910, καὶ αὐτὸ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, ἔγιναν ἡ βάση τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ), τὰ ἴδια δὲ μετατράπηκαν σὲ Ἐπιτροπὲς τοῦ Συμβουλίου. Διατηρῶ τὴν ἄποψη ὅτι ἡ Πίστις καὶ Τάξις, ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐντάξεώς της στὸ ΠΣΕ, ἔχασε τὴ δυναμική της ὡς κίνημα γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ μπῆκε στοὺς μηχανισμοὺς καὶ τὴ λειτουργικότητα ἑνὸς θεσμικοῦ ὀργάνου. Ἐν τούτοις, οὔτε ἡ Πίστις καὶ Τάξις θὰ μποροῦσε νὰ διατηρήσει τὴν ἀνεξάρτητη ὕπαρξη καὶ δραστηριότητά της χωρὶς τὴν ἔνταξή της στὰ θεσμικὰ ὄργανα τοῦ ΠΣΕ, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ ΠΣΕ θὰ εἶχε ὁλοκληρωμένη ἀποστολὴ ἐὰν ἔλειπε ἀπὸ τὶς δραστηριότητές του καὶ τὴν ἀποστολή του πρὸς τὶς Ἐκκλησίες ἡ Πίστις καὶ Τάξις.
7. Ἔτσι, ὡς Ἐπιτροπὴ τοῦ ΠΣΕ, ἔχει ἐπιτελέσει ἀξιόλογο θεολογικὸ ἔργο εἴτε μὲ τὴν ὀργάνωση σημαντικῶν συναντήσεων, ποὺ καθόρισαν τὴ θεματολογία τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, εἴτε μὲ τὴν ἐπεξεργασία θεολογικῶν μελετῶν καὶ τὴν παραγωγὴ σημαντικῶν κειμένων, ποὺ ἀφοροῦν τὴ θεολογία, τὸ δόγμα, τὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τὶς μεταξύ τους σχέσεις, π.χ. τὸ «Βάπτισμα, Εὐχαριστία καὶ Ἱερωσύνη», ἢ αὐτὸ ποὺ ἔχουμε ἐνώπιόν μας πρὸς μελέτη, «Ἡ φύση καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας» κ.ἄ. κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουν τὸ διάλογο καὶ συμβάλλουν στὴν προσπάθεια ἐξευρέσεως τῆς βάσεως γιὰ τὴ Χριστιανικὴ ἑνότητα. Ὑπενθυμίζω, βέβαια καὶ τὴν εὐρύτερη συμβολὴ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως σὲ ζητήματα θεολογικὰ ποὺ ἀπασχολοῦν ἐνίοτε τὸ ΠΣΕ, εἰδικότερα δὲ τὶς Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἡ Ἐκκλησιολογικὴ Δήλωση τῆς τελευταίας Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Porto Alegre τῆς Βραζιλίας (2006), μὲ θέμα, «Κεκλημένοι εἰς μίαν Ἐκκλησίαν», ἐκείνη τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῆς Καμπέρα (1991) καὶ ἄλλων προηγούμενων Γενικῶν Συνελεύσεων. Ἐπίσης, τὸ ἔργο τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως ἐπέδρασε καταλυτικὰ ὥστε νὰ ἐπέλθουν συμφωνίες ἑνότητας μεταξὺ Ἐκκλησιῶν, ὅπως μεταξὺ τῶν Ἀγγλικανῶν καὶ Λουθηρανῶν τῆς Βορείου Εὐρώπης, γνωστῆς ὡς Συμφωνίας τοῦ Πόρβο (Porvoo Agreement) καὶ πολλὲς ἄλλες συμφωνίες μεταξὺ τῶν λεγομένων «Ἡνωμένων καὶ πρὸς ἕνωσιν Ἐκκλησιῶν» (United and Uniting Churches), γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ Πίστις καὶ Τάξις διατηρεῖ εἰδικὸ πρόγραμμα.
α) Παγκόσμιες Διασκέψεις τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως.
8. Μέχρι σήμερα ἔχουν συγκληθεῖ πέντε ἐν συνόλῳ Παγκόσμιες Διασκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστεως καὶ Τάξεως. Σὲ κάθε μία ἀπὸ τὶς Διασκέψεις αὐτὲς γινόταν ἐπιλογὴ ἑνὸς εἰδικοῦ θέματος μὲ ἐπίκεντρο τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀπὸ τὴν ἡμερήσια διάταξη καὶ τὶς Δηλώσεις τῶν Διασκέψεων καθίσταται φανερὸς ὁ θεολογικὸς προβληματισμὸς καθὼς καὶ ἡ μεθοδολογία ποὺ ἐφαρμοζόταν κατὰ τὶς ἐργασίες τῶν Διασκέψεων αὐτῶν. Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσουμε, μὲ πολλὴ συντομία τὸ πῶς κατανοήθηκε μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ πορεία ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ διάφορες φάσεις καὶ σὲ πολλὰ ἐπίπεδα ἀπὸ τὶς Παγκόσμιες Διασκέψεις τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, ὅπως καὶ ἀπὸ ἄλλες συναφεῖς συναντήσεις, γιατί αὐτὸ ἔχει ἐπιπτώσεις στὴ σύγχρονη ἡμερήσια διάταξη καὶ μεθοδολογία τῆς Ἐπιτροπῆς.
9. Οἱ δύο πρῶτες Παγκόσμιες Διασκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, Λωζάννη 1927, καὶ Ἐδιμβοῦργο 1937, ἑστίασαν τὸ ἔργο τους στὴν κατ’ ἀρχὴν παρουσίαση, τὴ σύγκριση καὶ ἀνάλυση τῶν θέσεων τῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ ἐκπροσωποῦνταν στὰ διάφορα θεολογικὰ ζητήματα. Παραλλήλως, ἐν τούτοις, μὲ δειλὰ βήματα προέβησαν καὶ σὲ μερικὲς ἀξιολογήσεις, γιὰ νὰ διαφανεῖ κατὰ πόσον ὑπῆρχαν ὁμοιότητες στὶς θεολογικὲς θέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν. Εἰδικώτερα, ἡ Διάσκεψη τῆς Λωζάννης ἀσχολήθηκε κυρίως μὲ τὰ θέματα τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ καθαρὰ ἐκκλησιολογικὰ ζητήματα καὶ μὲ θέματα τῆς ζωῆς τῶν Ἐκκλησιῶν. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχόλησαν τὴ Διάσκεψη τῆς Λωζάννης, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζουμε ἀκόμα καὶ σήμερα στὰ διάφορα προγράμματα τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: α) ἡ κλήση πρὸς τὴν ἑνότητα, β) τὸ μήνυμα τῶν Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν κόσμο: τὸ Εὐαγγέλιο, γ) ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας, δ) ἡ κοινὴ ὁμολογία πίστεως τῶν Ἐκκλησιῶν, ε) τὸ ὑπούργημα τῶν Ἐκκλησιῶν, στ) τὰ μυστήρια, ζ) Ἡ Χριστιανικὴ ἑνότητα καί, ἐπιπρόσθετα, οἱ ὑπάρχουσες σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν μεταξύ τους. Ἤδη, γιὰ μερικὰ ἀπὸ τὰ θέματα αὐτά, διαρκοῦντος τοῦ χρόνου, ἔχουν γίνει εἰδικὲς θεολογικὲς μελέτες τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως.
10. Ἡ Διάσκεψη τοῦ Ἐδιμβούργου, ἐξ ἄλλου, ἑστίασε τὸν προβληματισμό της στὴ σχέση τῆς Ἐκκλησιολογίας μὲ τὴ Χριστολογία καθὼς καὶ μὲ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν. Τὰ τέσσερα θέματα τῆς Διασκέψεως τοῦ Ἐδιμβούργου ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: 1. ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2. ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, 3. ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ: ὑπούργημα καὶ μυστήρια, 4. ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴ ζωὴ καὶ στὴ λατρεία. Διαπιστώνουμε ἀπὸ τὴ θεματολογία τῶν δύο πρώτων Παγκοσμίων Διασκέψεων, ὅπως βεβαίως καὶ τῶν ἑπόμενων, ὅτι ἔγινε ἐπιλογὴ ζητημάτων ποὺ διαιροῦν τὶς Ἐκκλησίες, μὲ στόχο νὰ διαφανεῖ ἡ δυνατότητα ποὺ προσφέρεται μέσῳ τοῦ διαλόγου γιὰ ὑπέρβαση τῶν θεολογικῶν, τῶν δογματικῶν, τῶν ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν καθὼς καὶ θεμάτων τῆς ζωῆς τῶν Ἐκκλησιῶν γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως.
11. Ἡ Τρίτη Παγκόσμια Διάσκεψη, ἡ ὁποία συνῆλθε μετὰ τὸ πέρας τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τὸ 1952 στὸ Λὰντ (Lund) τῆς Σουηδίας, μετακινήθηκε ἀπὸ τὴ μεθοδολογία τῆς συγκριτικῆς θεολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας τῶν δύο πρώτων Διασκέψεων στὴ μεθοδολογία τοῦ διαλόγου. Ἡ θεματολογία τῆς Διασκέψεως ὁδήγησε στὴ συζήτηση σημαντικῶν ζητημάτων, ὅπως αὐτὸ τῆς σχέσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Παραδόσεως καὶ στὴ διεύρυνση τῆς συζητήσεως ὄχι μόνο στὴ Χριστολογία ἀλλὰ καὶ στὴν Τριαδολογία. Γιὰ πρώτη φορά, ὅμως, συνδέεται ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μὲ μὴ θεολογικοὺς παράγοντες, ὅπως κοινωνικούς, πολιτιστικούς, πολιτικοὺς καὶ φυλετικοὺς ποὺ ἐπιδροῦν εἴτε στὴ διαίρεση εἴτε στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ μήνυμά της ἡ Διάσκεψη ἐρωτᾶ τὶς Ἐκκλησίες «κατὰ πόσον θὰ μποροῦσαν νὰ δραστηριοποιοῦνται ἀπὸ κοινοῦ σὲ ὅλα τα θέματα ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα, ἕνεκα βαθέων διαφορῶν πίστεως, ἀναγκάζονται νὰ ἐνεργοῦν κεχωρισμένως». Αὐτὴ ἡ διατύπωση παρέμεινε γνωστὴ καὶ ὡς «ἀρχὴ τοῦ Λὰντ» (Lund principle). Τὰ τέσσερα θέματα τῆς Διασκέψεως τοῦ Λὰντ ἦσαν: α) ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία του, β) συνέχεια καὶ ἑνότητα, γ) τρόποι λατρείας, δ) κοινὸ ποτήριο. Μὲ ἄλλα λόγια ἐδῶ εἰσέρχεται ἡ σχέση Χριστολογίας καὶ Ἐκκλησιολογίας, ἡ ἔννοια τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, καὶ βεβαίως ἡ ποικιλία τῶν τρόπων λατρείας καὶ τὸ ἐξ ἴσου μεγάλο ζήτημα τοῦ κοινοῦ ποτηρίου τῆς Εὐχαριστίας.
12. Ἡ Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, Μόντρεαλ Καναδᾶ 1963, ἀποτελεῖ καινοτομία στὴν προσπάθεια ὁρισμοῦ τῆς ἑνότητας καὶ τὶς προτεινόμενες πρακτικὲς καὶ θεολογικὲς λύσεις[1]. Ἡ θεματολογία τῆς Διασκέψεως περιστράφηκε γύρω ἀπὸ τρία ζητήματα: α) Χριστὸς καὶ Ἐκκλησία, β) λατρεία, γ) Παράδοση καὶ παραδόσεις. Ὅπως εἶναι φανερό, μὲ τὰ θέματα αὐτά, ἡ Διάσκεψη ἔχει θέσει τὸν δάκτυλο ἐπὶ τὸν τύπο τῶν ἥλων τῶν ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν ἀναφορικὰ μὲ τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση, τὴν ἔννοια τῆς Παραδόσεως σὲ σχέση μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καθὼς καὶ τὸ θέμα τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἔννοιας τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴν Εὐχαριστία. Ἡ καινοτομία τῆς Διασκέψεως ὀφείλεται κυρίως στὴν προταθεῖσα λύση τῆς σχέσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Παραδόσεως. Γιὰ τὴ λύση τοῦ ζητήματος ἔκανε τὴ διάκριση μεταξύ της Παραδόσεως μὲ κεφαλαῖο Π καὶ τῆς παραδόσεως μὲ μικρὸ π. Ἔτσι, στὴν τελικὴ Ἔκθεσή της ἡ Διάσκεψη ὁρίζει ὅτι «διὰ τῆς Παραδόσεως ἐννοεῖται τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, παραδιδόμενο ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ ἐντὸς καὶ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τῆς παραδόσεως ἐννοεῖται ἡ διαδικασία τῆς παραδόσεως. Ὁ ὅρος παράδοση χρησιμοποιεῖται ὑπὸ δύο ἔννοιες, γιὰ νὰ φανερώσει ἐξ ἴσου τὴν ποικιλία τῶν τύπων διατυπώσεως, ὅπως ἐπίσης καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦμε ὁμολογιακὲς παραδόσεις, ἐπὶ παραδείγματι τὴ Λουθηρανικὴ παράδοση ἢ τὴ Μεταρρυθμισμένη παράδοση». Γιὰ πολλές, ἐν τούτοις, ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες, τὰ ζητήματα αὐτὰ παραμένουν ἀκόμη ἀνοικτά.
13. Ἡ Πέμπτη Παγκόσμια Διάσκεψη τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως συνῆλθε ἀπὸ τὶς 3-14 Αὐγούστου 1993 στὸ Σαντιάγκο ντὲ Κομποστέλα τῆς Ἱσπανίας καὶ εἶχε ὡς θέμα: «Πρὸς κοινωνίαν πίστεως, ζωῆς καὶ μαρτυρίας» ("Towards Koinonia in Faith, Life and Witness"). Ἂν καὶ εἶχε προηγηθεῖ ἡ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν τῆς Καμπέρα (1991), ὅπου ἡ «κοινωνία» τοποθετήθηκε στὸ κέντρο τῶν συζητήσεων γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ θέμα «Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας: δῶρο καὶ κλήση» (The Unity of the Church: Gift and Calling), ἐν τούτοις, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεώς της ἡ Πίστις καὶ Τάξις συζήτησε ὑπὸ διάφορες μορφὲς τὴν ἔννοια τῆς «κοινωνίας» ὡς ἐκκλησιολογικοῦ ὅρου ποὺ περιγράφει τὸν τρόπο ἑνότητας καὶ κοινωνίας μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Τριαδολογικὴ ἔννοια τῆς ἑνότητας ὡς κοινωνίας. Βεβαίως, ἡ «κοινωνία» κατανοήθηκε ὑπὸ διάφορες μορφὲς καὶ ἔννοιες, κυρίως δὲ ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ βιωθεῖ ἡ ἑνότητα μέσα στὴν ποικιλία, πράγμα ποὺ δὲν ἐννοοῦσαν κυρίως οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ κύριο λόγο, πρότειναν τὸν ὅρο τῆς «κοινωνίας» στὴν Καμπέρα[2]. Αὐτὸ καθίσταται φανερὸ ἀπὸ τὸ Μήνυμα τῆς Διασκέψεως στὴν 10η παράγραφο:
14. «Συγκεκριμένες προκλήσεις ἵστανται ἐνώπιον τῶν Ἐκκλησιῶν. Σὲ σχέση μὲ τὴν πίστη, οἱ Ἐκκλησίες πρέπει νὰ συνεχίσουν νὰ διερευνοῦν μὲ ποῖο τρόπο θὰ ὁμολογοῦν τὴν κοινή μας πίστη ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν πολλῶν πολιτισμῶν καὶ θρησκειῶν, τῶν πολλῶν κοινωνικῶν καὶ ἐθνικῶν συγκρούσεων μέσα στὰ ὁποῖα ζοῦμε. Μία τοιαύτη ὁμολογία τονίζει τὴν ἀνάγκη γιὰ βαθύτερη κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ της χαρακτῆρα ὑπὸ τὸ φῶς τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Σὲ σχέση μὲ τὴ ζωή, οἱ Ἐκκλησίες πρέπει νὰ κάνουν τολμηρὰ συγκεκριμένα βήματα πρὸς τὴν πλήρη κοινωνία, ἰδιαιτέρως δὲ πραγματοποιώντας ὅλα ὅσα εἶναι δυνατὰ ὥστε νὰ φθάσουν στὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος, σὲ συμφωνία γιὰ κοινὴ συμμετοχὴ στὴν Εὐχαριστία καὶ ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῆς Ἱερωσύνης. Σὲ σχέση μὲ τὴ μαρτυρία, οἱ Ἐκκλησίες πρέπει νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψη τὶς συνέπειες τῆς κοινωνίας γιὰ μία ὑπεύθυνη φροντίδα γιὰ τὴ δημιουργία, γιὰ δίκαιη κατανομὴ τῶν πηγῶν τοῦ κόσμου, γιὰ τὸ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ περιθωριοποιημένους, καὶ γιὰ κοινὸ καὶ ἀμοιβαῖο σεβασμὸ γιὰ τὸν εὐαγγελισμό, ὁ ὁποῖος καλεῖ τὸν καθένα σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ἐν Χριστῷ. Ἀλλά, ὑπεράνω των ἰδιαιτέρων αὐτῶν προκλήσεων, οἱ Ἐκκλησίες καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση, καλοῦνται νὰ μεταστραφοῦν πρὸς τὸν Χριστό, γεγονὸς ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ πραγματικὴ κοινωνία στοὺς χρόνους μας».
15. Ἡ Διάσκεψη αὐτὴ προσπάθησε νὰ σπάσει τὸ φράγμα τῆς «ἀρχῆς τοῦ Λάντ», προτείνοντας στὶς Ἐκκλησίες νὰ προχωρήσουν πέρα ἀπὸ αὐτό. «Πρέπει νὰ προχωρήσουν περισσότερο. Ἡ ἑνότητα σήμερα καλεῖ σὲ δομὲς ἀμοιβαίας εὐθύνης». Ἔτσι, περιγράφεται ἡ ἔννοια καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς κοινωνίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπουσιάζει βέβαια ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας κατὰ τὸ τριαδολογικὸ πρότυπο, κύριο σημεῖο τῆς συμβολῆς τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ Ἐκκλησιολογίας.
β) Ἡ Πίστις καὶ Τάξις ὡς Ἐπιτροπὴ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.
16. Μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ ΠΣΕ τὸ 1948, ἡ Πίστις καὶ Τάξις ἐντάχθηκε σὲ αὐτό, ὅπως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἱεραποστολῆς καὶ Εὐαγγελισμοῦ, ὡς μία τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Συμβουλίου, ἔστω μὲ προνομιακὲς ἰδιαιτερότητες, οἱ ὁποῖες καθορίζονται ἀπὸ τὸ Καταστατικὸ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως καὶ ἀπὸ τοὺς Κανονισμοὺς Λειτουργίας της.
17. Ἡ μακρὰ συνεργασία τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως μὲ τὸ ΠΣΕ ἦταν καρποφόρα. Δὲν θὰ ἀναπτύξουμε τὸ μέγεθος τῆς συνεργασίας αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ἐντοπίσουμε τὰ θέματα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἀφοροῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄμεσα, δηλαδή, τὸ πῶς ἡ Πίστις καὶ Τάξις ἐνέπνευσε τὴν ὅλη θεολογικὴ προσπάθεια τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν ἑνότητα. Μποροῦμε καὶ ἐμεῖς μὲ τὴ σειρά μας νὰ ἐπιβεβαιώσουμε καὶ νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι τὸ ΠΣΕ θὰ ἦταν ἀδύναμο νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν κλήση του νὰ διακονήσει τὸ σκοπὸ τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν χωρὶς τὴν Ἐπιτροπὴ Πίστεως καὶ Τάξεως. Ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐντάξει στὶς ὑψηλὲς προτεραιότητές του, ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ δημιουργήσει παρόμοια Ἐπιτροπή, ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνει ἕνας Ὀργανισμὸς μὲ κοινωνικὴ καὶ μόνο διακονία. Θὰ ἦταν παράλειψη ἡ μὴ παραδοχὴ ὅτι παρόμοιο ρόλο, ἀλλὰ σὲ τελείως διαφορετικὸ προσανατολισμό, διαδραματίζει καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἱεραποστολῆς καὶ Εὐαγγελισμοῦ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτό, στὴ νέα ἀναδόμηση τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ ΠΣΕ, οἱ Ἐπιτροπὲς Ἱεραποστολῆς καὶ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Πίστεως καὶ Τάξεως ἀνήκουν στὴν ἴδια ἑνότητα.
18. Ἡ συνεργασία τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως μὲ τὸ ΠΣΕ γιὰ ζητήματα ἑνότητας, ἐκκλησιολογικὰ καὶ εὐρύτερα θεολογικὰ θέματα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ διαμόρφωση ποικίλων προτάσεων καὶ μορφῶν ἑνότητας (models of unity). Ἀναφέρουμε μὲ πολλὴ συντομία τὶς κύριες προτεινόμενες μορφὲς ἑνότητας. Στόχος μου δὲν εἶναι νὰ παρουσιάσω πλήρη τὴν ἱστορία καὶ τὴν πορεία ποὺ ἀκολούθησε ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση γιὰ τὴν ἑνότητα, ἀλλὰ νὰ λάβουμε μία μικρὴ γεύση τῆς πορείας ποὺ ἀκολούθησε ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἤδη, ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά της ἡ Πίστις καὶ Τάξις προβληματίσθηκε γιὰ τὸ ποία εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ πρέπει νὰ περιλαμβάνει ἡ ἀναζητούμενη ἑνότητα; Μέχρι ποίου βαθμοῦ εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἡ ποικιλία; Ὑπὸ ποία μορφὴ εἶναι δυνατὴ ἡ βίωση καὶ ἡ ἔκφραση τῆς ἑνότητας; Μέσα ἀπὸ τὶς διεργασίες καὶ θεολογικὲς συζητήσεις καὶ ζυμώσεις ἀποκρυσταλλώθηκαν διάφορες μορφὲς τῆς προτεινόμενης ἑνότητας μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν.
19. Ὀργανικὴ ἑνότητα. Δύο Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν πρότειναν τὴ λεγόμενη ὀργανικὴ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν (organic union/unity) (Νέο Δελχὶ 1961, Οὐψάλα 1968). Ἡ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Νέου Δελχὶ διατύπωσε ὡς ἀκολούθως τὴν πρόταση γιὰ τὴ μορφὴ τῆς ἀναζητούμενης ἑνότητας: «Πιστεύουμε ὅτι ἡ ἑνότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἐξ ἴσου θέλημα καὶ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία Του, κατέστη ὁρατὴ σὲ ὅλους σὲ κάθε τόπο ὅπου βρίσκονται οἱ βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ τὸν ὁμολογοῦν ὡς Κύριο καὶ Σωτῆρα καὶ ὁδηγήθηκαν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ μία πλήρη καὶ δεσμευτικὴ ἀδελφότητα (fellowship), διατηρώντας τὴ μία ἀποστολικὴ πίστη, κηρύσσοντας τὸ ἕνα εὐαγγέλιο, κλώντας τὸν ἕνα ἄρτο, συνερχόμενοι σὲ κοινὴ προσευχὴ καὶ ἔχοντας ἑνιαία ὀργανικὴ ζωὴ (corporate life), προάγοντας τὴν ἀπὸ κοινοῦ ὁμολογία καὶ διακονία πρὸς ὅλους, καὶ οἱ ὁποῖοι, συγχρόνως, εἶναι ἑνωμένοι μὲ ὅλη τὴ Χριστιανικὴ ἀδελφότητα σὲ ὅλους τοὺς τόπους καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε τὸ ὑπούργημα καὶ τὰ μέλη νὰ γίνονται ἀποδεκτὰ ἀπὸ ὅλους καὶ ὅλοι μποροῦν νὰ ἐνεργοῦν καὶ νὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ κοινοῦ, ὅπως οἱ περιπτώσεις τὸ ἀπαιτοῦν γιὰ τὸ ἔργο τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς καλεῖ τὸ λαό του»[3]. Δὲν θὰ σχολιάσουμε οὔτε τὸ στὺλ τοῦ κειμένου, ποὺ ἐμφανίζει τὴν ὀργανικὴ ὁρατὴ ἑνότητα ὡς ἤδη μία πραγματικότητα, αὐτὸ ἄλλωστε ἰσχύει γιὰ πολλὰ ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ ΠΣΕ καὶ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, οὔτε καὶ τὴ βασικὴ ἐκκλησιολογία περὶ τῆς ἑνότητας, γιὰ τὴν ὁποία ὑπάρχουν πολλὲς παρατηρήσεις. Ἐπισημαίνουμε μόνο, ὅτι ἡ ὀργανικὴ αὐτὴ ἑνότητα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑποκρύπτει τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περὶ τοῦ ἑνὸς σώματος καὶ τῶν πολλῶν μελῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαριθμεῖ τὰ στοιχεῖα τὰ κρινόμενα ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἑνότητα.
20. Ὡς δεύτερη μορφὴ ἑνότητας προτάθηκε ἀπὸ τὴ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ναϊρόμπι (1975) ἡ «συνοδικότητα τῶν Ἐκκλησιῶν» (Conciliar fellowship). Τῆς προτάσεως αὐτῆς προηγήθηκε ἡ συζήτηση τῆς ἔννοιας τῆς συνοδικότητας ἀπὸ τὴ Διαρκῆ Ἐπιτροπὴ τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως στὴ Σαλαμάνκα τὸ 1973, ἐκφράζοντας τὴν εὐχὴ νὰ ἔλθει ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία θὰ πραγματοποιηθεῖ μία συνοδικὴ συνάντηση ποὺ νὰ φανερώνει τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἔτσι, ἡ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ναϊρόμπι ὅριζε τὴ συνοδικὴ ἑνότητα ὡς ἀκολούθως. «Ἡ μία Ἐκκλησία πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ συνοδικότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι μεταξύ τους πραγματικὰ ἑνωμένες. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ συνοδικότητα τῆς ἀδελφότητας κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες τοπικὲς Ἐκκλησίες, κατέχει τὴν πληρότητα τῆς καθολικότητας, ὁμολογεῖ τὴν ἀποστολικὴ πίστη, καὶ κατὰ συνέπεια ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ ἄλλες ἀνήκουν στὴν ἴδια Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καθοδηγούμενες ἀπὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα… Κάθε Ἐκκλησία ἀποσκοπεῖ νὰ διατηρεῖ σταθερὲς σχέσεις μὲ τὶς ἀδελφές της Ἐκκλησίες, ἐκφραζόμενες κατὰ τὶς συνοδικὲς συνελεύσεις ὅταν αὐτὸ ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς κοινῆς κλήσεώς τους». Ἐπισημαίνεται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διαφορετικὴ κατανόηση καὶ πρακτικὴ τῆς συνοδικότητας ἀπὸ κάθε Ἐκκλησία, γεγονὸς ποὺ καθιστᾶ καὶ αὐτὴ τὴ μορφὴ ἑνότητας δύσκολη.
21. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς προτεινόμενες μορφὲς ἑνότητας, ἡ Παγκόσμια Λουθηρανικὴ Ὁμοσπονδία πρότεινε τὴν «καταλλαγὴ τῆς ποικιλίας» (reconciled diversity), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, οἱ ὑπάρχουσες ὁμολογιακὲς διαφορὲς μποροῦν νὰ τύχουν ἀναγνωρίσεως ὄχι ὡς τελικὴ μορφὴ ἑνότητας, ἀλλὰ ὡς ὄχημα γιὰ τὴν ἀπόκτηση μιᾶς γενικῆς χριστιανικῆς ταυτότητας. Αὐτὸ φανερώνει βεβαίως τὴ δυσκολία ὑπερβάσεως τῶν ὁμολογιακῶν ταυτοτήτων καὶ προτείνεται ἡ ἔνταξή τους στὴ γενικότερη ἔννοια τῆς ποικιλίας.
22. Τέλος, ἐκ μέρους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὁ Καρδινάλιος Willebrands πρότεινε ὡς ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο καὶ μορφὴ ἑνότητας τὴν «κοινωνία τῶν κοινωνιῶν» (communion of communions). Σύμφωνα μὲ τὴν πρόταση αὐτή, οἱ Ὁμολογίες θὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν ἐντὸς ἑνὸς εὐρύτερου ἐκκλησιαστικοῦ πλαισίου, ἔχοντας κοινὸ δόγμα, κοινὰ μυστήρια καὶ τὴ βασικὴ κεχειροτονημένη ἱερωσύνη, διατηρώντας, ἐν τούτοις, τὰ ἰδιαίτερα ὁμολογιακὰ χαρακτηριστικὰ τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, τῆς πνευματικότητας κ.λπ., ὁ δὲ Ἐπίσκοπος Ρώμης νὰ ἀσκεῖ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας τὸ μοναδικὸ ὑπούργημα διακονίας τῆς ἑνότητας.
23. Οἱ συζητήσεις γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ἑνότητας καὶ οἱ διάφορες προτάσεις γιὰ τὶς μορφὲς τῆς ἑνότητας φανερώνουν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὶς δυσκολίες ποὺ παρουσιάζονται ὡς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενο ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες σκοπό, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν κατὰ καιροὺς καὶ ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες ἢ καὶ τὴ θεολογία διαφορετικὴ κατανόηση τῆς ἔννοιας τῆς ἑνότητας. Εἶναι προφανὲς ὅτι πολλὲς προτάσεις καὶ ἀπόψεις συζητήθηκαν πλειστάκις κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας τόσο τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, ὅσο καὶ γενικότερα τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Εἶναι ἐξ ἴσου προφανὲς ὅτι οἱ δυσκολίες ὑπάρχουν λόγω τῶν διαφορετικῶν καὶ πολλῶν ἐκκλησιολογιῶν, εἴτε τῶν λεγομένων ἱστορικῶν Ἐκκλησιῶν εἴτε τῶν νέων καὶ φιλελευθέρων Ἐκκλησιῶν καὶ διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ὁμάδων[4]. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ παρουσίαση ἢ ἡ ἀπαρίθμησή τους, ἄλλωστε, ἡ σύνθεση τῆς Ὁλομελείας αὐτῆς τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως εἶναι ζωντανὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ καὶ τῆς ποικιλίας τῶν ἐκκλησιολογικῶν καὶ ὁμολογιακῶν ταυτοτήτων. Οἱ Ἡνωμένες καὶ πρὸς ἕνωσιν Ἐκκλησίες (United and Uniting Churches) υἱοθέτησαν τὴ λεγόμενη «κενωτικὴ ἐκκλησιολογία», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ Ἐκκλησίες μὲ τὶς διάφορες ὁμολογιακὲς πίστεις πρέπει νὰ εἶναι νὰ «πεθάνουν» γιὰ νὰ γεννηθεῖ μία ἑνιαία ἐκκλησιολογία.
24. Ὁρατὴ ἑνότητα. Τόσο τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ὅσο καὶ ἡ Πίστις καὶ Τάξις, πρὸς περιγραφὴ τῆς ἐπιδιωκόμενης ἑνότητας, υἱοθέτησαν τὸν ὅρο τῆς «ὁρατῆς ἑνότητας» (visible unity) στὰ ἀντίστοιχα κείμενα τῶν Καταστατικῶν τους, ὅπως καὶ στὸ σύνολο τῶν κειμένων τους. Μὲ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «ὁρατὴ ἑνότητα» τῆς Ἐκκλησίας γίνεται προσπάθεια νὰ ἀπαντηθεῖ τὸ βασικὸ ἐρώτημα, ποία ἑνότητα ἀναζητοῦμε; Ἔτσι, ὁ ὅρος τῆς «ὁρατῆς ἑνότητας» ἔχει τὴ δική του πορεία καὶ τὴ δική του ἱστορία μέσα στὴ διαδικασία γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας, μὲ κεντρικὸ φορέα τῶν συζητήσεων τὴν Πίστη καὶ Τάξη. Ὄντως, ἡ πρώτη Παγκόσμια Διάσκεψη τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως (Λωζάννη 1927), ἂν καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ διατυπώσει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ ποία εἶναι ἡ φύση τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνότητας, ἔκανε τὴν πρώτη διάκριση μεταξὺ τῆς ἀοράτου Ἐκκλησίας, τῆς πραγματικῆς, στὴν ὁποία ἀνήκουν ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ πιστοὶ σὲ ὅλη τὴ γῆ, εἴτε αὐτοὶ ἀνήκουν ἤ ὄχι σὲ ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμό, καὶ τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κατέστη ὁρατὴ ἕνεκα τοῦ Χριστολογικοῦ γεγονότος[5]. Ἡ διάκριση αὐτὴ προκαλεῖ πολλὲς καὶ μεγάλες ἀντιδράσεις καὶ ἀπορρίπτεται ἀπὸ πολλὲς Ἐκκλησίες ἕνεκα τῶν διαφορετικῶν Ἐκκλησιολογιῶν τους.
25. Ὁ ὅρος «ὁρατὴ ἑνότητα» υἱοθετήθηκε στὴ συνέχεια ἀπὸ τὶς Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, Νέου Δελχὶ (1961) καὶ Οὐψάλας (1968). Ἡ μὲν πρώτη συνέδεσε τὴν ἔννοια τῆς ὁρατῆς ἑνότητας μὲ τὴν ἑνότητα «ὅλων σὲ κάθε τόπο» (all in each place), ἐνῶ ἡ δεύτερη μετακινήθηκε ἀπὸ τὴν ὁρατὴ ἑνότητα «ὅλων σὲ κάθε τόπο», στὴν ὁρατὴ ἑνότητα «σὲ ὅλους τοὺς τόπους» (in all places) καὶ «σὲ ὅλους τοὺς χρόνους» (in all ages) «Πρέπει νὰ συνεχίσουμε τὴν ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας ὅλων τῶν Χριστιανῶν μὲ μία κοινὴ ὁμολογία πίστεως, μὲ τὴ διατήρηση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Εὐχαριστίας καὶ μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς Ἱερωσύνης γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία… Αὐτὸ συνιστᾶ κλήση πρὸς τὶς Ἐκκλησίες σὲ ὅλους τοὺς τόπους νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι ἀνήκουν μαζὶ καὶ καλοῦνται νὰ δραστηριοποιοῦνται ἀπὸ κοινοῦ. Σὲ χρόνο κατὰ τὸν ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη ἀνεξαρτησία εἶναι τόσο προφανής, εἶναι ἀκόμα περισσότερο ἐπιβεβλημένο νὰ καταστήσουν ὁρατοὺς τοὺς δεσμοὺς οἱ ὁποῖοι ἑνώνουν τοὺς Χριστιανοὺς σὲ μία παγκόσμια ἀδελφότητα». Σήμερα, ὁ ὅρος «ὁρατὴ ἑνότητα» χρησιμοποιεῖται εὐρέως σὲ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ ΠΣΕ, τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως καὶ ἀλλαχοῦ.
26. Ἡ σύντομη ἀναφορά μου στὴν ἱστορία τοῦ ὅρου «ὁρατὴ ἑνότητα» μὲ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα βασικὸ κατὰ τὴν ἄποψή μου ἐρώτημα, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει. Ποία εἶναι ἡ κατανόηση τοῦ ὅρου σήμερα, μετὰ ἀπὸ τὴ χρήση καὶ τὴν κατάχρηση τοῦ ὅρου; Πῶς σήμερα οἱ Ἐκκλησίες κατανοοῦν καὶ ὁρίζουν τὴ φύση τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν; Ποία τὰ σύγχρονα δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν τὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ἄλλοτε εἶναι ἐνισχυτικὰ τῆς προσπάθειάς τους γιὰ τὴν ἑνότητα, ἄλλοτε δὲ καθίστανται ἐμπόδιο στὴν προσπάθειά τους αὐτή; Θὰ ὑπέβαλλα ἀκόμη καὶ τὰ ἐρωτήματα: ἐπιθυμοῦν ὄντως σήμερα οἱ Ἐκκλησίες τὴν ἑνότητά τους, ἢ καί, ἐπιπρόσθετα, μία ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι δυνατὴ ὑπὸ τὰ δεδομένα ποὺ ἔχουμε ἐνώπιόν μας τῶν ποικίλων καὶ ἀντίθετων μεταξύ τους ἐκκλησιολογιῶν ἤ καὶ τῆς ὑπάρξεως χριστιανικῶν ὀμάδων χωρὶς ἐκκλησιολογικὴ βάση; Περὶ τῆς ἑνότητας ποίων Χριστιανῶν ὁμιλοῦμε, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῶν Χριστιανῶν εἴτε ἀρνοῦνται νὰ συμμετάσχουν σὲ αὐτὴ τὴ διαδικασία, εἴτε ἀπορρίπτουν τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση;
γ) Θεολογικὲς μελέτες καὶ δημοσιεύσεις κειμένων ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ Πίστεως καὶ Τάξεως.
27. Ἡ Πίστις καὶ Τάξις ἔθεσε τὸ δάκτυλο ἐπὶ τὸν τύπο τῶν ἥλων μὲ τὴν ἐξέταση σημαντικῶν θεμάτων, ποὺ εἴτε διαιροῦν τὶς Ἐκκλησίες εἴτε ἀποτελοῦν τοὺς θεμελίους λίθους τῆς μεταξύ τους ἑνότητας. Γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ὁρατῆς ἑνότητας ἔγιναν μακρὲς καὶ ἐπίπονες θεολογικὲς συζητήσεις, εἴτε στὴν Ὁλομέλεια τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως εἴτε στὴ Διαρκῆ Ἐπιτροπή, εἴτε καὶ στὶς Παγκόσμιες Διασκέψεις, εἴτε σὲ Γενικὲς Συνελεύσεις καὶ ἄλλες σχετικὲς συναντήσεις τοῦ ΠΣΕ. Τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν συζητήσεων εἶναι ἡ σημαντικὴ παραγωγὴ θεολογικῶν μελετῶν.
28. Μεταξὺ τῶν μελετῶν ὑπενθυμίζουμε τὸ πλέον διαδεδομένο κείμενο τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, «Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (Baptism, Eucharist, Ministry=BEM). Δὲν θὰ προβοῦμε σὲ ὁποιοδήποτε σχολιασμὸ τοῦ κειμένου. Ἀναφέρουμε μόνο ὅτι, ἔπειτα ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τῶν Ἐκκλησιῶν ἐπὶ τοῦ κειμένου αὐτοῦ, διαφάνηκε ἡ ἀναγκαιότητα τῆς περαιτέρω μελέτης τῆς ἐκκλησιολογίας. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναληφθείσας προσπάθειας ἦταν τὸ εὑρισκόμενο σήμερα ἐνώπιόν μας ἐκκλησιολογικὸ κείμενο, «Ἡ φύση καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας», στὸ ὁποῖο καλούμαστε νὰ δώσουμε τὶς ἀναμενόμενες ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα ποὺ τίθενται ἀπὸ αὐτό.
29. Ἡ ἐκκλησιολογία, ὅπως ἔχει τεθεῖ μέχρι τοῦ παρόντος γιὰ τὸν καθορισμὸ τῆς φύσεως καὶ τῶν κριτηρίων τῆς ὁρατῆς ἑνότητας, γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα περιελάμβανε καθαρὰ ἐκκλησιολογικὰ ζητήματα, ποὺ πηγάζουν μέσα ἀπὸ τὴ θεολογία καὶ τὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως, ἡ Γραφὴ ἡ Παράδοση καὶ οἱ παραδόσεις, ἡ κοινὴ διατύπωση τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ μυστήρια κ.λπ. Ἀκολούθως ἔγινε προσπάθεια νὰ συζητηθοῦν καὶ οἱ λεγόμενοι μὴ θεολογικοὶ παράγοντες ποὺ διαιροῦν τὶς Ἐκκλησίες. Ἔτσι, μὲ τὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν συνδέθηκαν κοινωνικὰ ζητήματα, ὅπως τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, τῆς θέσεως τῆς γυναίκας στὴν Ἐκκλησία κ.λπ. Ἡ ὁρατὴ ἑνότητα εἶναι δυνατή, σύμφωνα μὲ τὴν προοπτικὴ αὐτὴ τῶν μὴ θεολογικῶν παραγόντων, μόνο μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὅσο συνεχίζεται ἡ διάσπαση τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας εἶναι ἀδύνατη ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν.
30. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ συζήτηση στὰ διάφορα ἐπίπεδα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι συνεχίσθηκε μὲ τὴ συμβολὴ τῆς προηγούμενης συνάντησης τῆς Ὁλομελείας τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως στὴν Κουάλα Λούμπουρ τῆς Μαλαισίας, στὴν ὁποία τέθηκε μία ἄλλη παράμετρος, αὐτὴ τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησιολογίας μέσα σὲ ἕνα πλουραλιστικὸ περιβάλλον καὶ κυρίως σὲ σχέση μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες καὶ πίστεις ἀνὰ τὸν κόσμο[6]. Οἱ προηγηθέντες διάφοροι διαθρησκειακοὶ διάλογοι ἔθεσαν προβληματισμοὺς γιὰ τὴν ἁρμονικὴ συνεργασία μεταξὺ τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου καὶ γιὰ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη, ἔγινε δὲ προσπάθεια μιᾶς συγκριτικῆς θεολογικῆς προσέγγισης. Ἡ Ὁλομέλεια τῆς Κουάλα Λούμπουρ θέλησε νὰ ὑπερβεῖ αὐτὸ τὸ στάδιο καὶ νὰ ἐξετάσει, μέσα ἀπὸ τὴ Χριστολογία καὶ ἀνθρωπολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «διὸ προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς προσελάβετο ὑμᾶς εἰς δόξαν Θεοῦ» (Ρωμ. 15:7), τὴ δυνατότητα ἀναπτύξεως μιᾶς ἐκκλησιολογίας ποὺ νὰ μὴ εἶναι ἀποκλειστικὴ καὶ ἀπορριπτικὴ τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Ποία δηλαδὴ εἶναι ἡ θέση καὶ ἡ σχέση τῶν μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης; Ποῦ καὶ πῶς προσφέρεται ἡ σωτηρία; Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ περιορίζεται σὲ μόνη τὴ βιβλικὴ τοιαύτη; Ἔτσι, ἡ Χριστολογία, οἱ ἄλλες θρησκεῖες καὶ τὰ ἀνωτέρω ἐρωτήματα εἶναι σημαντικὰ γιὰ τὴ σύγχρονη ἐκκλησιολογία[7]. Ἐπιπρόσθετα, οἱ ἄλλες ὑπὸ ἐπεξεργασία θεολογικὲς μελέτες, ὅπως ἡ «Ἠθικὴ Διάκριση στὶς Ἐκκλησίες» (Moral Discernment in the Churches) καὶ «Παράδοση καὶ Παραδόσεις. Ἡ χρήση τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐθεντιῶν» (Tradition and traditions. The use of Church Authorities), εἶναι ἐνδεικτικὰ τῆς διευρύνσεως τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ προβληματισμοῦ καὶ τῆς ἐξετάσεως ζητημάτων ποὺ διαιροῦν τὶς Ἐκκλησίες σήμερα.
δ) Πίστις καὶ Τάξις. Παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον.
31. Ἡ Πίστις καὶ Τάξις, ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἀναφορές μας, ἔχει ἐπιτελέσει σημαντικὸ ἔργο καὶ μεγάλα βήματα, ὑποβοηθώντας τὶς Ἐκκλησίες στὴν ἀναζήτηση τῆς ἑνότητάς τους. Εἴτε ὡς κίνημα εἴτε ὡς ἐπιτροπὴ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἀνάπτυξη τῶν διμερῶν καὶ πολυμερῶν θεολογικῶν διαλόγων.
32. Ἔχω πεῖ στὴ ἀρχὴ ὅτι κρίνω πὼς ἡ παροῦσα συνάντηση τῆς Ὁλομελείας τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως εἶναι σημαντικὴ γιὰ ποικίλους λόγους. Αὐτοὶ ἀφοροῦν τὴν ἴδια τὴν Ἐπιτροπὴ στὶς σχέσεις της εἴτε μὲ τὸ ΠΣΕ εἴτε μὲ τὶς Ἐκκλησίες μέλη. Ἔχω τὴν πεποίθηση καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι τὸ ἔργο τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως ἐκτιμᾶται τόσο ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ΠΣΕ.
33. Τὸ θέμα τῆς παρούσης Ὁλομελείας, «Κεκλημένοι εἰς μίαν Ἐκκλησίαν», ἅπτεται τοῦ συνόλου τοῦ ἔργου τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεώς της ὡς κινήματος γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ μεταγενέστερα ὡς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΠΣΕ. Ἡ παροῦσα Ὁλομέλεια καλεῖται νὰ καθορίσει τὴ βούληση τῶν Ἐκκλησιῶν γιὰ τὸ θέμα τῆς ἑνότητας καὶ νὰ ἐπαναπροσδιορίσει τὴ φύση τῆς ἐπιδιωκομένης ἑνότητας. Μὲ ἄλλα λόγια, καλούμεθα νὰ ἀνοίξουμε νέους ὁρίζοντες, νὰ χαράξουμε νέες προοπτικὲς καὶ νὰ προδιαγράψουμε νέους ὁραματισμοὺς σ’ αὐτὴ τὴν κλήση γιὰ τὴν ἑνότητα, οὕτως ὥστε νὰ ἐξέλθουμε ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὶς κατὰ καιροὺς διακυμάνσεις στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, στὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν μας καὶ στὶς σχέσεις μεταξύ τους μέσα σὲ μία συνεχῶς μεταβαλλόμενη κοινωνία. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἐκεῖνο ποὺ κρίνεται εἶναι ἡ ἱκανότητα καὶ ἡ ἀξιοπιστία τῶν Ἐκκλησιῶν μέσα στὸν κόσμο νὰ μεταδώσουν τὸ ἑνοποιὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.
34. Τὸ ἔργο τῆς Ὁλομελείας θὰ καθορίσει τὸ μέλλον καὶ θὰ βοηθήσει τὴν περαιτέρω πορεία τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως. Θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι τὴν τελευταία περίοδο, ἕνεκα ἐνδογενῶν καὶ ἐξωγενῶν παραγόντων, παρατηρεῖται μία συρρίκνωση τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε αὐτὴ εἶναι καταστατική, ποὺ καθορίζει τὴ σχέση της μὲ τὸ ΠΣΕ, ὅπως π.χ. τὴν κατάργηση τοῦ προηγούμενου καθοριστικοῦ ρόλου τῆς Ὁλομελείας, εἴτε ἀφορᾶ τὸ Ἐπιτελεῖο μὲ τὴ μείωση τῶν στελεχῶν του, εἴτε ἀφορᾶ τὴν οἰκονομικὴ πτυχή, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ συρρίκνωση καὶ τῶν προγραμμάτων καὶ τῶν θεολογικῶν μελετῶν. Ἔχουμε, ἐπίσης, δεχθεῖ κριτικὴ ὅτι ἡ ἐνασχόλησή μας μὲ τὰ λεγόμενα «παραδοσιακὰ» θεολογικὰ ζητήματα δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν ἡμερήσια διάταξη τοῦ ΠΣΕ καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διευρύνουμε τοὺς ὁρίζοντες τῶν μελετῶν τῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ νὰ καλύψουν καὶ τοὺς σύγχρονους κοινωνικοὺς προβληματισμούς.
35. Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ σύγχρονες προκλήσεις εἶναι πολλὲς καὶ δὲν ἀφήνουν ἀνεπηρέαστη τὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Πίστις καὶ Τάξις δὲν ἐθελοτυφλεῖ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν προκλήσεων. Ἐν τούτοις, ἡ ἱστορία καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμηθοῦν καὶ νὰ ὑποβιβασθοῦν. Ἡ ἀναζήτηση τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν πρέπει πάντοτε νὰ εὑρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τῶν δραστηριοτήτων τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως[8]. Ἄλλωστε, ἔχει λεχθεῖ κατ’ ἐπανάληψη ὅτι ἡ Πίστις καὶ Τάξις εἶναι τὸ μεγαλύτερο βῆμα διεξαγωγῆς πολυμερῶν θεολογικῶν διαλόγων καὶ τὸ προνόμιο αὐτὸ δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθεῖ, δεδομένου καὶ τοῦ γεγονότος ὅτι στὴν Πίστη καὶ Τάξη συμμετέχει καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ὡς πλῆρες μέλος, μὲ σημαντικὴ συμβολὴ στὶς μέχρι τοῦδε θεολογικὲς μελέτες τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπίσης καὶ μερίδα Πεντηκοστιανῶν. Τὰ κλισὲ διαχωρισμοῦ «παραδοσιακῶν» καὶ «σύγχρονων» θεολογικῶν θεμάτων μόνο σύγχυση μπορεῖ νὰ ἐπιφέρουν, γιατί θέματα ποὺ ἔγιναν αἰτία διαιρέσεων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐφ’ ὅσον συνεχίζουν νὰ ἀποτελοῦν τὴ λυδία λίθο τῶν διαιρέσεων εἶναι ἐξ ἴσου σύγχρονα γιὰ τὶς Ἐκκλησίες. Θὰ παραθέσουμε τοὺς λόγους τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου Καθηγητῆ Ἰωάννη Ζηζιούλα γιὰ τὸ θέμα αὐτό.
36. «Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ παραμείνει στὸ κέντρο τοῦ ἔργου τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως καὶ πρέπει νὰ συνεχίσει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὁρατὴ ἑνότητα σὲ ὅλες τὶς θεμελιώδεις πλευρὲς (δομή, ἱερωσύνη, μυστήρια κ.λπ.). Ἀλλὰ αὐτὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ εἶναι μία ἑνότητα χωρὶς νόημα γιὰ τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων –ἐξ ἴσου Χριστιανῶν καὶ μὴ Χριστιανῶν. Θὰ πρέπει νὰ εἶναι μία ἑνότητα ἡ ὁποία νὰ προσφέρει τὸν ἐσχατολογικὸ κόσμο, μὲ ἄλλα λόγια τὴν ὕψιστη ἐλπίδα καὶ ἔννοια, μία ἑνότητα ἡ ὁποία θὰ ἔχει ἐπίδραση στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ πολιτισμό. Κατὰ συνέπεια, δὲν θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε ποτὲ ἱκανοποιημένοι μέχρις ὅτου οἱ συμφωνίες μας στὰ παραδοσιακὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς διαιροῦν, ἀποκαλύψουν τὴν εὐρύτερη σημασία ποὺ ἔχουν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Τὸ ἰσοζύγιο μεταξὺ τῆς «ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας» καὶ τῆς «ἑνότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους» στὸ ἔργο τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως ἦταν σημαντικὸ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη. Ἐν τούτοις, πρέπει νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ νὰ περιλάβει καὶ θέματα γιὰ τὸν μὴ ἀνθρώπινο κόσμο, ὅπως ἡ παρουσία τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καθιστᾶ τοῦτο ὅλο καὶ περισσότερο σαφὲς»
37. Ο Lukas Fischer διερωτᾶται γιὰ τὸ ποῖες εἶναι οἱ σημαντικὲς κατευθύνσεις τῶν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν τρίτη Χριστιανικὴ χιλιετία, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴ μία χιλιετία στὴν ἄλλη δὲν ἄνοιξε νέους ὁρίζοντες παρὰ τὶς πολλὲς ἀλλαγὲς ποὺ ἐπῆλθαν εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῶν Ἐκκλησιῶν, εἴτε στὶς σχέσεις μεταξύ τους, εἴτε ἕνεκα τῶν κοινωνικῶν, πολιτικῶν, ἠθικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀλλαγῶν στὴ φυσιογνωμία τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἔτσι, οἱ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι καθόρισαν τὴν ἱστορία τῶν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὶς προηγούμενες δεκαετίες συνεχίζουν νὰ ἐπιδροῦν ἀκόμα καὶ σήμερα. Οἱ διαιρέσεις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν παραμένουν ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν πρόβλημα ποὺ πρέπει νὰ βρεῖ τὴ λύση του[9].
38. Βεβαίως, στὶς ἀνωτέρω κρίσεις τῶν σημαντικῶν προσωπικοτήτων τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, θὰ λέγαμε ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση γενικότερα καὶ εἰδικότερα ἡ Πίστις καὶ Τάξις ἔθεσαν τὶς βάσεις γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν διαιρέσεων κατὰ τὴν τρίτη χιλιετία. Ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ συνέχιση τοῦ ἔργου τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως εἶναι ἀπόλυτα συνδεδεμένη μὲ τὴ βούληση τῶν Ἐκκλησιῶν μελῶν. Αὐτὲς θὰ πρέπει νὰ καθορίσουν τὸ μέλλον τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως καθὼς καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἡμερησίας διατάξεως, γιατί τὸ ἔργο της εἶναι ἔργο τῶν Ἐκκλησιῶν μελῶν. Παρὰ τὴν καταστατικὴ ἄρση τοῦ καθοριστικοῦ ρόλου τῆς Ὁλομελείας, αὐτὴ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ συμβάλει οὐσιαστικὰ στὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ συμμετοχὴ ἐκπροσώπων Ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν, ἐν πρώτοις, μεταφέρει τὴ βούληση τῶν Ἐκκλησιῶν μελῶν γιὰ τὴν ἑνότητα. Ἐπιπροσθέτως, μεταφέρεται ὁ προβληματισμὸς τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν ἀνὰ τὸν κόσμο. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ Διαρκὴς Ἐπιτροπὴ συζήτησε ἐπανειλημμένως τὴ δυνατότητα συμμετοχῆς τῶν μελῶν τῆς Ὁλομελείας στὰ διάφορα τρέχοντα θεολογικὰ προγράμματα.
39. Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ πλαίσια, αὐτὸ ποὺ πιθανὸν θὰ πρέπει νὰ ζητήσει ἡ παροῦσα Ὁλομέλεια εἶναι ὅπως ἡ Πίστις καὶ Τάξις ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν παροῦσα ἐσωτερικὴ δομὴ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ ἀποκτήσει μεγαλύτερη αὐτοτέλεια γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιτελεῖ τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε καὶ νὰ ἀναβαθμίσει τὸ ρόλο της μέσα στὸν Ἐκκλησιαστικὸ αὐτὸ Ὀργανισμό. Τὸ σκεπτικὸ στηρίζεται, ἀφ’ ἑνὸς μέν, στὸ γεγονὸς τῆς ἱστορικότητας τοῦ κινήματος τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως ποὺ ἀναφέραμε πρίν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ στὴ συμμετοχὴ στὴν Ἐπιτροπὴ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς πλήρους μέλους καθὼς καὶ ἄλλων Ἐκκλησιῶν ποὺ δὲν εἶναι μέλη τοῦ ΠΣΕ. Ἐξ ἄλλου, τὸ σύνολο τῶν Ἐκκλησιῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς φανερώνουν μεγάλο καὶ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ ἔργο τῆς Πίστεως καὶ Τάξεως.
ε) Καταληκτικές σκέψεις
40. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἐπαναλάβω μερικὲς ἀπὸ τὶς σκέψεις ποὺ ἀνέπτυξα στὴν Ἔκθεσή μου ἐνώπιον τῆς Διαρκοῦς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν τελευταία της συνάντηση πέρυσι στὸ Κάιρο τῆς Αἰγύπτου (17-21 Ἰουνίου 2008). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τοὺς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή: «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 4:13), γράφει: «Εἰς τὴν ἑνότητα, φησί, τῆς πίστεως. Τουτέστιν, ἕως ἂν δειχθῶμεν πάντες μίαν πίστιν ἔχοντες. Τοῦτο γάρ ἐστιν ἑνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἓν ὦμεν, ὅταν πάντες ὁμοίως τὸν σύνδεσμον ἐπιγινώσκομεν. Μέχρι τότε ἐργάζεσθαι χρή. Ὅταν πάντες ὁμοίως πιστεύωμεν, τότε ἑνότης ἐστίν»[10].
41. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία διαχρονικὴ ἀναζήτηση. Ἀρχίζει ἤδη μὲ τὶς πρῶτες ἀναφορὲς στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν Ἀρχιερατική του προσευχή, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ Σταυροῦ, προσευχήθηκε γιὰ τοὺς Μαθητὲς καὶ τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν …» (Ἰω. 17:21). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐπίσης, κάνει τὶς δικές του ἀναφορὲς γιὰ τὴν ἑνότητα καὶ ἀναπτύσσει τὴν ἐκκλησιολογικὴ εἰκόνα τοῦ «σώματος καὶ τῶν μελῶν» γιὰ νὰ καταστήσει σαφὲς τὸ νόημα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
42. Ἐν κατακλείδι, θὰ ἐπαναλάβουμε αὐτὴ τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας» (Ἰω. 17:21), λόγοι ποὺ ἀποτελοῦν ὕψιστη κλήση πρὸς ὅλους ἐμᾶς ὥστε νὰ γίνουμε μία ἀδιαίρετη Ἐκκλησία.
[1] Βλέπε: Gruenther Gassmann. What is Faith and Order? Paper presented to a Faith and Order consultation with Younger Theologians. Turku, Finland, 3-11 August 1955.
[2] Γιὰ τὴν ἐκκλησιολογικὴ σημασία τοῦ ὅρου «κοινωνία» ἀπὸ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως βλέπε τὴ σημαντικὴ ἀνάλυση ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Δ. Ζηζιούλα. John D. Zizioulas. Being as Communion. Studies in Personhood and the Church. ST VLADIMIR’S SEMINARY PRESS. Crestwood, New York, 1985. Τοῦ ἰδίου: Communion and Otherness. Further Studies in Personhood and the Church. Edited by Paul McPartlan. T & T CLARK, 2006.
[3] Dictionary of the Ecumenical Movement, p. 1040, πρώτη στήλη.
[4] Βλέπε τὴ σημαντικὴ μελέτη καὶ παρουσίαση τῶν ποικίλων ἐκκλησιολογιῶν στὸ ἔργο τοῦ Veli-Matti Karkkainen. An Introduction to Ecclesiology. Ecumenical, Historical and Global Perspectives. IVP Academic, 2002.
[5] Βλέπε: Peter Neunser. Théologie oecumenique. La quête de l’unité des Eglises chrétiennes. Les Editions du CERF, Paris 2005, p. 56.
[6] Βλέπε: Faith and Order at the Crossroads. Kuala Lumpur 2004. The Plenary Commission Meeting. Edited by Thomas F. Best. Faith and Order Paper No. 196. WCC Publications, Geneva 2005. Διδάκτορος Βασιλείου (ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ) Μητροπολίτου Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου. Ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία - Ἐκκλησία τῶν ἐθνῶν. Ὁρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καὶ πολλότητα. Παράδειγμα ἑρμηνείας τοῦ σύγχρονου Πλουραλισμοῦ. Πρακτικὰ>Διεθνοῦς Πολιτικοῦ Συνεδρίου.>ΕΘΝΟΣ, ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ. 17-19 Ἀπριλίου, 2005. Ἀθήνα, Ἑλλάδα.
[7] Βλέπε: Rev. Prof. S. Mark Heim. Sharing Our Differences. Koinonia and the Theology of Religious Plurality. In: Faith and Order at the Crossroads. Kuala Lumpur 2004. op. cit. pp. 309-332.
[8] Βλέπε: Metropolitan John (Zizioulas) of Pergamon. Faith and Order yesterday, today and tomorrow. Gunther Gassmann. What is Faith and Order? Mary Tanner. What is Faith and Order? (Papers prepared for a Faith and Order consultation with Younger Theologians held at Turku, Finland, 3-11 August 1995.
[9] Βλέπε: Lukas Fischer. Major Trends in the Life of the Churches. In: A. History of the Ecumenical Movement. Volume 3, 1968-2000. Edited by John Briggs, Mercy Anba Oduyoye and Georges Tsetsis. World Council of Churches, Geneva 2004, pp. 23-50.
[10] Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους ΙΑ΄. PG 62, 83.

